House Stark House Lannister House Targaryen House Baratheon House Greyjoy House Arryn House Tully House Tyrell House Martell House Bolton

Διαγωνισμός για 6 τυχερούς νικητές με δώρο ένα από τα βιβλία του GRR Martin! (CLOSED)



Νέος διαγωνισμός σε συνεργασία με τον Εκδοτικό Οίκο ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ!!!




Το Game Of Thrones GR Fans σε συνεργασία με τον Εκδοτικό Οίκο ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ διοργανώνει διαγωνισμό με 6 τυχερούς που θα κερδίσουν ένα από τα βιβλία που μόλις κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα ‘’ Ο Δράκος του Πάγου ‘’ & ‘’ Ο Ιππότης των Επτά Βασιλείων’’




Για να λάβετε μέρος στο διαγωνισμό :




ΒΗΜΑ 1ο: Πατάτε LIKE στις σελίδες του Game Of Thrones GR Fans και του Εκδοτικού Οίκου ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ στο facebook.



ΒΗΜΑ 2ο: Αφήνετε σχόλιο με το ποιο από τα 2 βιβλία επιθυμείτε στην φωτογραφία του διαγωνισμού.



ΒΗΜΑ 3ο: Κοινοποιείτε την φωτογραφία του διαγωνισμού.




Οι υποβολές των συμμετοχών ξεκινούν από σήμερα (08/06/2015) και θα διαρκέσουν 7 ημέρες. Η κλήρωση θα γίνει με την βοήθεια του Random Name Picker στις 14/06/2015. Ο νικητής θα ανακοινωθεί στις 15/06/2015 μέσω της ιστοσελίδας μας.





Καλή Επιτυχία σε όλα τα Αρχοντόπουλα!



Δωρα



Ο ιππότης των επτά βασιλείων, το εξαιρετικό προοίμιο του Game of Thrones, τρεις ιστορίες που εκδίδονται για πρώτη φορά στα ελληνικά, σε έναν τόμο. Η συγκεκριμένη έκδοση κυκλοφορεί κατά αποκλειστικότητα πρώτη στην Ελλάδα από τις Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ. Η αμερικάνικη θα ακολουθήσει το φθινόπωρο.


Ακολουθεί απόσπασμα από τον Ιππότη των Επτά Βασιλείων και συγκεκριμένα από την αρχή της δεύτερης νουβέλας με τίτλο «Το ορκισμένο σπαθί».


'' Ο Ιππότης των Επτά Βασιλείων ''





Απόσπασμα από τον Ιππότη των Επτά Βασιλείων και συγκεκριμένα από την αρχή της δεύτερης νουβέλας με τίτλο «Το ορκισμένο σπαθί».




΄΄ Στο τρίστρατο, δυο νεκροί άντρες σάπιζαν μέσα σ’ ένα σιδερένιο κλουβί κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο.

Ο Εγκ σταμάτησε από κάτω για να τους ρίξει μια ματιά. «Ποιοι λες να ήταν, σερ;» Ο Μέιστερ, το μουλάρι του, χάρηκε για την ανάπαυλα κι άδραξε την ευκαιρία να μασουλήσει λίγο ξεραμένο δαιμονόχορτο από την άκρη του δρόμου, αγνοώντας τα δυο βαρέλια κρασί που ήταν φορτωμένα στην πλάτη του.

«Ληστές» είπε ο Ντανκ. Καβάλα στον Κεραυνό, βρισκόταν πολύ πιο κοντά στους δυο νεκρούς άντρες. «Βιαστές. Φονιάδες ίσως». Το ταλαιπωρημένο, πράσινο χιτώνιό του είχε σκούρους λεκέδες στις μασχάλες. Ο ουρανός ήταν γαλανός, ο ήλιος έκαιγε και, απ’ την ώρα που είχαν ξεκινήσει εκείνο το πρωί, εκείνος είχε χύσει γαλόνια ολόκληρα ιδρώτα.

Ο Εγκ έβγαλε το πλατύγυρο, μαλακό ψάθινο καπέλο του. Από κάτω, το κρανίο του ήταν γυαλιστερό και άτριχο. Χρησιμοποίησε το καπέλο για να διώξει τις μύγες. Πάνω στα πτώματα είχε εκατοντάδες από δαύτες κι ακόμα κάμποσες πετούσαν τεμπέλικα στον ζεστό, αποπνικτικό αέρα. «Πρέπει να έκαναν κάτι πολύ κακό για να τους αφήσουν να πεθάνουν μέσα σ’ ένα κλουβί για τα κοράκια».

Μερικές φορές ο Εγκ μιλούσε με σοφία αντάξια ενός μέιστερ, άλλες όμως δεν ήταν παρά ένα δεκάχρονο αγόρι. «Υπάρχουν λογιών λογιών άρχοντες» είπε ο Ντανκ. «Μερικοί δεν θέλουν και πολύ για να καταδικάσουν κάποιον σε θάνατο».

Το σιδερένιο κλουβί ίσα που χωρούσε τον έναν άντρα, κι όμως αυτούς τους δύο τους είχαν στριμώξει μαζί. Στέκονταν πρόσωπο με πρόσωπο, με τα χέρια και τα πόδια τους μπλεγμένα και τις πλάτες τους ακουμπισμένες πάνω στο καυτό μαύρο σίδερο του κλουβιού. Ο ένας τους είχε προσπαθήσει να φάει τον άλλον, δαγκώνοντάς τον στον λαιμό και τον ώμο. Τα κοράκια είχαν φάει κομμάτια κι από τους δύο. Την ώρα που ο Ντανκ κι ο Εγκ έκαναν τον γύρο του λόφου, τα πουλιά είχαν σηκωθεί στον αέρα σαν μαύρο σύννεφο, τρομάζοντας τον Μέιστερ.

«Όποιοι κι αν ήταν, μοιάζουν να πέθαναν από την πείνα» είπε ο Ντανκ. Δέρμα και κόκαλα, και το δέρμα είναι πράσινο και σαπίζει. «Μπορεί να ’κλεψαν κανένα κομμάτι ψωμί ή να κυνηγούσαν ελάφια στο δάσος κάποιου άρχοντα». Ήταν ο δεύτερος χρόνος ξηρασίας και οι άρχοντες είχαν γίνει πιο σκληροί με τους λαθροκυνηγούς – και δεν ήταν ιδιαίτερα ανεκτικοί εξαρχής.

«Μπορεί ν’ ανήκαν σε κάποια συμμορία επικηρυγμένων». Στο Ντοσκ είχαν ακούσει έναν αρπιστή να τραγουδάει το «Τη μέρα που κρέμασαν τον Μαύρο Ρόμπιν», κι από τότε ο Εγκ έβλεπε παντού λεβέντες παρανόμους.

Ο Ντανκ είχε συναντήσει μερικούς επικηρυγμένους όταν ήταν ακόμη ακόλουθος του γέρου. Δεν βιαζόταν να συναντήσει άλλους. Κανείς τους δεν είχε αποδειχθεί ιδιαίτερα λεβέντης. Θυμόταν έναν που είχε βοηθήσει να κρεμάσουν ο σερ Άρλαν, στον οποίο άρεσε να κλέβει δαχτυλίδια. Απ’ τους άντρες έκοβε τα δάχτυλα για να τα πάρει, αλλά με τις γυναίκες προτιμούσε να τα δαγκώνει. Απ’ όσο ήξερε ο Ντανκ, κανείς δεν τραγουδούσε τα κατορθώματά του. Λαθροκυνηγοί, επικηρυγμένοι – τι σημασία έχει; Οι νεκροί είναι κακή συντροφιά. Οδήγησε αργά τον Κεραυνό γύρω από το κλουβί. Οι αδειανές τους κόγχες έμοιαζαν να τον παρακολουθούν. Το κεφάλι του ενός ήταν πεσμένο προς τα κάτω και το στόμα του έχασκε. Δεν έχει γλώσσα, παρατήρησε ο Ντανκ. Μπορεί να την είχαν φάει τα κοράκια. Είχε ακούσει πως τα κοράκια έτρωγαν πρώτα τα μάτια των νεκρών, αλλά ίσως να έτρωγαν δεύτερη τη γλώσσα. Απ’ την άλλη, μπορεί να ’βαλε να του την ξεριζώσουν κάποιος άρχοντας, για κάτι που τόλμησε να πει.

Ο Ντανκ πέρασε τα δάχτυλα μέσα από τα ακατάστατα, καστανόξανθα μαλλιά του. Τους νεκρούς δεν μπορούσε να τους βοηθήσει, κι είχαν να παραδώσουν δυο βαρέλια κρασί στο Στάντφαστ. «Από πού ήρθαμε;» ρώτησε κοιτάζοντας μια τον έναν και μια τον άλλον δρόμο. «Τα ’χω μπλέξει».

«Το Στάντφαστ είναι αποκεί, σερ» είπε ο Εγκ δείχνοντας με το δάχτυλο.

«Προς τα κει πάμε λοιπόν. Μέχρι το βράδυ μπορεί να ’χουμε φτάσει, όχι όμως άμα κάτσουμε εδώ πέρα να μετράμε μύγες». Σπιρούνισε ελαφρά τον Κεραυνό και το μεγαλόσωμο πολεμικό άλογο έστριψε αριστερά στη διχάλα. Ο Εγκ ξανάβαλε το ψάθινο καπέλο του και τράβηξε κοφτά το λουρί του Μέιστερ. Για μια φορά, το μουλάρι σταμάτησε να βοσκάει το δαιμονόχορτο και τον ακολούθησε δίχως να προβάλει αντίσταση. Κι αυτός ζεσταίνεται, σκέφτηκε ο Ντανκ, κι αυτά τα βαρέλια κρασί πρέπει να είναι βαριά.

Ο καλοκαιρινός ήλιος είχε ψήσει το χώμα του δρόμου και το είχε κάνει σκληρό σαν πέτρα. Οι αυλακιές του ήταν τόσο βαθιές που ένα άλογο κινδύνευε να σπάσει το πόδι του, κι έτσι ο Ντανκ φρόντιζε να κρατάει τον Κεραυνό στο μονοπάτι ανάμεσά τους. Τη μέρα που έφυγαν απ’ το Ντοσκ, ο ίδιος ο Ντανκ είχε στραμπουλήσει τον αστράγαλό του, περπατώντας μες στη μαύρη νύχτα επειδή ήταν πιο δροσερά. Ο γέρος συνήθιζε να του λέει πως ένας ιππότης πρέπει να μάθει να ζει μ’ όλων των ειδών τους πόνους. Καθώς και με ουλές και με σπασμένα κόκαλα, μικρέ – είναι κι αυτά κομμάτι της ιπποσύνης, όπως το σπαθί κι η ασπίδα. Αν όμως έσπαγε το πόδι του ο Κεραυνός… ένας ιππότης δίχως άλογο δεν ήταν ιππότης.

Ο Εγκ ακολουθούσε πέντε μέτρα πιο πίσω, μαζί με τον Μέιστερ και τα βαρέλια με το κρασί. Το αγόρι περπατούσε ξυπόλυτο, με το ένα πόδι στ’ αυλάκι και το άλλο απέξω, οπότε με κάθε του βήμα το κεφάλι του σκαμπανέβαζε. Στον ένα γοφό είχε ζωσμένη τη θήκη με το ξιφίδιό του, οι μπότες του ήταν κρεμασμένες πάνω στο σακίδιο, ενώ είχε κάνει τον καφετή, κουρελιασμένο του χιτώνα ρολό και τον είχε δέσει στη μέση του. Κάτω απ’ το πλατύγυρο ψάθινο καπέλο του, το πρόσωπό του ήταν βρόμικο και γεμάτο μουτζούρες, τα μάτια του σκούρα και μεγάλα. Ήταν δέκα χρονών, με ύψος οριακά στο ενάμισι μέτρο. Πρόσφατα είχε αρχίσει να ψηλώνει αρκετά, όμως είχε ακόμα πολύ δρόμο για να φτάσει το ύψος του Ντανκ. Είχε ακριβώς την όψη σταβλίτη –πράγμα που δεν ήταν– και διόλου την όψη αυτού που ήταν.

Σύντομα άφησαν πίσω τους τους δυο νεκρούς άντρες, όμως ο Ντανκ έπιασε τον εαυτό του να σκέφτεται αυτό που είχαν δει. Πρόσφατα, το βασίλειο είχε γεμίσει με παρανόμους. Η ξηρασία έμοιαζε να μην έχει τέλος και χιλιάδες άνθρωποι είχαν πάρει τους δρόμους, αναζητώντας κάποιο μέρος όπου εξακολουθούσε να πέφτει βροχή. Ο άρχοντας Ματωμένο Κοράκι είχε δώσει διαταγή να επιστρέψουν στα χωράφια και τους άρχοντές τους, ελάχιστοι όμως είχαν υπακούσει. Πολλοί κατηγορούσαν το Ματωμένο Κοράκι και τον βασιλιά Αίρυς για την ξηρασία. Έλεγαν πως ήταν η κατάρα των θεών για το αίμα που είχε χυθεί μεταξύ συγγενών. Είχαν βέβαια τη σύνεση να το λένε σιγανά. Πόσα μάτια έχει το Ματωμένο Κοράκι; Ήταν ο γρίφος που είχε ακούσει ο Εγκ στο Όλνταουν. Χίλια μάτια κι άλλο ένα.

Πριν από έξι χρόνια, ο Ντανκ τον είχε δει στο Κινγκς Λάντινγκ με τα δικά του μάτια, καθώς ανέβαινε τον Δρόμο του Ατσαλιού με το λευκό του άλογο και πενήντα Κορακόδοντα να τον ακολουθούν. Αυτό έγινε πριν ανέλθει στον Σιδερένιο Θρόνο ο βασιλιάς Αίρυς και χρίσει Χέρι του το Ματωμένο Κοράκι, όμως ακόμα κι έτσι ήταν μια εντυπωσιακή μορφή – ντυμένος σε χρώμα σκούρο γκρι και άλικο, με τη Σκοτεινή Αδελφή ζωσμένη στη μέση του. Το δέρμα και τα μαλλιά του, ξασπρισμένα σαν κόκαλα, τον έκαναν να μοιάζει με ζωντανό νεκρό. Στο μάγουλο και το πιγούνι του απλωνόταν ένα εκ γενετής σημάδι, σαν λεκές κρασιού – υποτίθεται πως έμοιαζε με κόκκινο κοράκι, όμως στα μάτια του Ντανκ δεν ήταν παρά μια κόκκινη κηλίδα με τυχαίο σχήμα. Τελικά, το επίμονο βλέμμα του Ντανκ είχε κάνει το Ματωμένο Κοράκι να γυρίσει, και ο μάγος του βασιλιά τον κοίταξε εξεταστικά καθώς προχωρούσε. Είχε μονάχα ένα μάτι κι αυτό κατακόκκινο. Από το άλλο δεν απέμενε παρά μια αδειανή κόγχη, ενθύμιο από τον Μπίτερστιλ και τη Μάχη του Κόκκινου Λιβαδιού. Παρ’ όλα αυτά, ο Ντανκ είχε νιώσει πως τον κοίταζε και με τα δυο του μάτια, διαπερνώντας το δέρμα και φτάνοντας μέχρι τα βάθη της ψυχής του.

Παρά τη ζέστη της ημέρας, η ανάμνηση τον έκανε να ριγήσει. «Σερ;» του φώναξε ο Εγκ. «Μήπως νιώθεις άρρωστος;»

«Όχι» είπε ο Ντανκ. «Απλώς ζεσταίνομαι και νιώθω εξίσου διψασμένος μ’ εκείνα». Έδειξε ένα χωράφι με σειρές από καχεκτικά πεπόνια, πέρα από τον δρόμο. Οι αγριάδες και μερικά ανθισμένα ζιζάνια άντεχαν ακόμη, όμως οι σοδειές είχαν αρχίσει να υποφέρουν. Ο Ντανκ ένιωθε σαν ένα απ’ τα πεπόνια. Ο σερ Άρλαν έλεγε πάντα πως ένας περιπλανώμενος ιππότης δεν κινδύνευε από δίψα. «Αρκεί να ’χεις την περικεφαλαία σου και να τη γεμίζεις με βρόχινο νερό – πουθενά δεν θα βρεις καλύτερο ποτό, μικρέ». Βέβαια, ο γέρος δεν είχε ζήσει ποτέ τέτοιο καλοκαίρι. Ο Ντανκ είχε αφήσει την περικεφαλαία του στο Στάντφαστ. Ήταν πολύ ζεστή και βαριά για να τη φοράει – κι από βροχή τίποτα. Τι μπορεί να κάνει ένας περιπλανώμενος ιππότης όταν το μόνο που βρίσκει στις περιπλανήσεις του είναι καφετιά, κατάξερα και πεθαμένα φυτά;

Ίσως να έκανε μια βουτιά όταν έφταναν στο ρέμα. Χαμογέλασε στη σκέψη – μια βουτιά θα ’ταν ό,τι πρέπει. Θα έπεφτε μέσα και θα έβγαινε μούσκεμα, μ’ ένα πλατύ χαμόγελο. Το νερό θα έσταζε από τα ανακατεμένα του μαλλιά, τα μάγουλα και το χιτώνιο, δροσίζοντας το δέρμα του. Ίσως να ’θελε κι ο Εγκ να κάνει μια βουτιά, παρόλο που δεν έδειχνε να ζεσταίνεται ιδιαίτερα – ήταν μάλλον σκονισμένος, παρά ιδρωμένος. Του άρεσε η ζέστη. Στο Ντορν τριγυρνούσε γυμνός απ’ τη μέση και πάνω και είχε γίνει μελαψός σαν τους ντόπιους. Έχει το αίμα του δράκοντα, σκέφτηκε ο Ντανκ. Πού ακούστηκε ποτέ δράκος να ιδρώνει; Ο Ντανκ πολύ θα ’θελε να ’χε βγάλει και το δικό του χιτώνιο, θα ήταν όμως ανάρμοστο. Αν ήθελε, ένας περιπλανώμενος ιππότης μπορούσε να ιππεύει τ’ άλογό του τσίτσιδος – η ντροπή θα ’ταν όλη δική του. Ήταν όμως διαφορετικά όταν ήσουν στην υπηρεσία ενός άρχοντα. Όταν τρως το κρέας και πίνεις το πιοτό ενός άρχοντα, οι πράξεις σου αντανακλούν πάνω του, συνήθιζε να του λέει ο σερ Άρλαν. Πάντα να ξεπερνάς τις αξιώσεις του, αντί να υστερείς σε σχέση μ’ αυτές. Ποτέ μην προσπαθείς ν’ αποφύγεις τα καθήκοντά σου ή τις κακουχίες που τα συνοδεύουν – και πάνω απ’ όλα, ποτέ να μην ντροπιάσεις τον άρχοντα που υπηρετείς. Στο Στάντφαστ «κρέας και πιοτό» σήμαινε κοτόπουλο και μπίρα, όμως εξίσου απλά έτρωγε κι ο σερ Γιούστας.


Ο Ντανκ συνέχισε να φοράει το χιτώνιό του και να ιδροκοπά.[...]΄΄


Για περισσότερες πληροφορίες για τον ''Ιππότη των Επτά Βασιλείων'' πατήστε ΕΔΩ





'' Ο Δράκος του Πάγου ''






Ο δράκος του πάγου ήταν πλάσμα θρυλικό που προκαλούσε δέος, αφού κανείς δεν είχε καταφέρει ποτέ να δαμάσει το είδος του. Σαν πετούσε στους ουρανούς, άφηνε πίσω ερήμωση, κρύο, παγωμένη γη. Η Αντάρα όμως δε φοβόταν, αφού ήταν παιδί του χειμώνα, γεννημένη στον χειρότερο παγετό που ακόμα και οι γηραιότεροι μπορούσαν να θυμηθούν.

Για περισσότερες πληροφορίες για τον ''Δράκο του Πάγου'' πατήστε ΕΔΩ






Οι νικητές που κατοικούν στην Αττική μπορούν να παραλάβουν το δώρο τους από τον ΠΟΛΥΧΩΡΟ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (Ιπποκράτους 118), ενώ όσοι κατοικούν στη Θεσσαλονίκη μπορούν να παραλάβουν από το ΟΞΥΓΟΝΟ, τον χώρο του εκδοτικού οίκου στη Θεσσαλονίκη (Ολύμπου 81), με την ταυτότητά τους. Για όσους κατοικούν στην υπόλοιπη Ελλάδα ο εκδοτικός οίκος θα τους αποστείλει το βιβλίο!



Κατηγορίες
[disqus]

Author Name

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Από το Blogger.